ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ
μαντινάδα, η: (ουσ.) (κοινή διάλ. ή μαντινιάδα στην επ. Σητείας) [<μαντεύω + άδω]
1. Είναι η αυθόρμητη έκφραση συναισθημάτων σε άπταιστο έμμετρο στίχο και πλήρη απόδοση βαθυστόχαστων εννοιών, μέσα τριάντα συλλαβές (αυστηρός ο αριθμός συλλαβών). Μόνο στην εύπλαστη Κρητική διάλεκτο μπορεί να αποδοθεί η σωστή μαντινάδα δηλ. χωρίς χασμωδίες, πλαδαρότητες στίχων, επαναλαμβανόμενες λέξεις και με ακρίβεια ακουστικής ομοιοκαταληξίας των δυο δεκαπεντασύλλαβων στίχων. Έχει μέτρο ιαμβικό, δηλ. τονίζονται οι συλλαβές με άρτιο αριθμό, αριθμούμενες από την αρχή προς το τέλος. Κάθε στίχος χωρίζεται δια της τομής σε δυο ημιστίχια, το πρώτο αποτελείται από 8 συλλαβές και το δεύτερο από 7, Οι δύο στίχοι αποτελούν μια μαντινάδα που συνετέθη με αυστηρά τα κριτήρια που προαναφέρθηκαν, ως να επρόκειτο για αλγεβρική εξίσωση με ίσα τα δυο μέλη τα οποία δεν επαληθεύονται με τυχαίους αριθμούς αλλά με ορισμένους που προκύπτουν μετά από μαθηματικούς υπολογισμούς, πρβλ.
«Χαίρομ’ απού ‘μαι κρητικός, κι όπου σταθώ το λέω,
με μαντινάδες τραγουδώ και μετα ‘κείνες κλαίω».
Η μαντινάδα αυτή διεσσώθη από το 1850 -60 από κρητικό εξισλαμιθέντα και ακούστηκε από κάτοικο του Hamentiye της Συρίας.
Η μαντιν(ι)άδα είναι παλιά λέξη όσο και η κρητική διάλεκτος, άρα προϋπήρχε της λατινικής και των Λατίνων, ούτε μπορεί να αποδοθεί σωστά σε άλλη γλώσσα ή διάλεκτο του κόσμου, άρα τι δουλειά έχει η λέξη να γεννηθεί εκτός Κρήτης.
«Η μαντινιάδα η καλή δε χτίζετ’ όπως λάχει,
πέτρα και χώμα και νερό τση Κρήτης πρέπει νά ‘χει»
(Κωστ. Φραγκούλης),
Ο μεγάλος λαογράφος Κ. Φραγκούλης με τη «μαντινιάδα» του αυτή έδωσε μέσα στις 30 συλλαβές το μεγαλείο, την περιεκτικότητα, τη θυμοσοφία, τη δύναμη την ταυτότητα και την γεννέτειρα της μαντινιάδας όπως χαρακτηριστικά την έλεγε.
Η λέξη όπως αποδεικνύεται από επισταμένη έρευνα, προέρχεται από συμφυρμό δυο ιθαγενών γλωσσικών στοιχείων που έχουν άμεση σχέση με την έννοιά της αλλά και τη ρίζα της λέξης, αυτά είναι το ρ. μαντεύω = προφητεύω, διαισθάνομαι κάτι, πιθανολογώ για κάτι και το ρ. άδω = υμνώ, τραγουδώ. Πράγματι η μαντινάδα περιέχει μάντεμα υπό μορφή κώδικα λόγω συμπυκνωμένης λαϊκής σοφίας που κρύβουν οι τριάντα συλλαβές που τη συνθέτουν. Ο ακροατής καλείται να αποκωδικοποιήσει, να προφητεύσει και να καταλάβει το νόημά της, καθώς ο μαντιναδολόγος άδει (τραγουδεί) το δίστιχο. Είναι λοιπόν η μαντινάδα ένα μουσικό κωδικοποιημένο μήνυμα με ποικίλο περιεχόμενο.
«Εδά που φεύγεις ασκιανέ και δρσερέ μ’ αέρα,
σ’ ότι δεντρό και να σταθώ, θα λιάζομ’ όλη μέρα»,
σ’ ότι δεντρό και να σταθώ, θα λιάζομ’ όλη μέρα»,
Ο λαϊκός στιχοπλόκος εδώ κωδικοποιεί το νόημα που θέλει να δώσει και οδύρεται για το θάνατο της συντόφου του όπου αποκλείει κάθε άλλη λύση που θα μπορούσε να αντικαταστήσει το χαμένο του τέρι. Πράγματι εδώ φαίνεται η θυμοσοφία του απλού ίσως και αγράμματου χωρικού ο οποίος αν και δεν ξέρει να διαβάζει ή ακόμα και να υπογράψει, όμως εκφράζει βιωματικά, αριστουργηματικά και άρτια σε απαράμειλο έμμετρο λόγο, τα συναισθήματά του, φορτισμένος από το θάνατο της συντρόφου του.
Έτσι λοιπόν απορρίπτεται η εκδοχή ότι η λέξη μαντινάδα προέρχεται από την Ενετική λέξη matina = πρωί και matinada = πρωινό άσμα, ή λιανοτράγουδο, πατινάδα και κοτσάκι, αφ’ ενός γιατί είναι φύσει αδύνατον να αποδοθεί στη Λατινική γλώσσα και αφ ετέρου δεν είναι πρωινό άσμα, ούτε σχετίζεται με λιανοτράγουδα, πατινάδες ή κοτσάκια όπως υποστηρίζουν μερικοί οι οποίοι ίσως δεν έχουν πλήρως εξοικειωθεί με την Κρητική διάλεκτο. Στην Κρήτη είναι άγνωστη η λέξη πατινάδα και κοτσάκι, ούτε είναι πρωινό άσμα η μαντινάδα, αντιθέτως τραγουδιέται τις νύχτες στη γειτονιά της αγαπημένης ή σε νυκτερινά γλέντια.
2. (Λαογραφικά) είναι μικρός βώλος ζάχαρης με χρωματιστές ρίγες όπου ήταν καρφωμένη μικρή ταινία από χαρτί (σαν κλήρος) και έγραφε μια μαντινάδα με ερωτικό, πειραχτικό ή κωμικό περιεχόμενο. Οι πλανόδιοι μικροπωλητές κατέκλυζαν τα πανηγύρια με τις μαντινάδες σωρούς πάνω στους πάγκους (20 στη δραχμή), που γινόταν ανάρπαστες από τους πανηγυριώτες μικρούς και μεγάλους που χάριζαν κέφι αφιερώνοντας ό ένας στον άλλον.
2. (Λαογραφικά) είναι μικρός βώλος ζάχαρης με χρωματιστές ρίγες όπου ήταν καρφωμένη μικρή ταινία από χαρτί (σαν κλήρος) και έγραφε μια μαντινάδα με ερωτικό, πειραχτικό ή κωμικό περιεχόμενο. Οι πλανόδιοι μικροπωλητές κατέκλυζαν τα πανηγύρια με τις μαντινάδες σωρούς πάνω στους πάγκους (20 στη δραχμή), που γινόταν ανάρπαστες από τους πανηγυριώτες μικρούς και μεγάλους που χάριζαν κέφι αφιερώνοντας ό ένας στον άλλον.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου